![]()
Στο βορειότερο άκρο της επαρχίας Ναυπακτίας του νομού Αιτωλοακαρνανίας, σύνορο στο βορρά με την περιφέρεια της κοινότητας Στάγια, του νομού Φθιώτιδας, στις μεσημβρινές πλαγιές του βουνού Οξυά και σε υψόμετρο 1000 1100 μέτρα είναι χτισμένο το χωριό Μικρή Παλούκοβα.
Από
πάνω, δεξιά και αριστερά η έκταση του χωριού
είναι κατάφυτη από έλατα. Μπροστά στο χωριό
απλώνεται μια γυμνή άδενδρη και άνυδρη
επιπεδοκατηφορική έκταση, το Πρασούδι,
όπως το λένε, που όσο πλησιάζει προς το
ποτάμι γίνεται πιο κατηφορική και απότομη.
Πάνω απ το χωριό η περιοχή είναι κατάφυτη
από έλατα τετράψηλα και εκεί που σταματούν
τα έλατα αρχίζει η ομάλια. Η έκταση αυτή σε
υψόμετρο 1700 2000 μέτρα αποτελείται από
χωμάτινους γήλοφους σκεπασμένους από ένα
είδος χόρτου που οι ρίζες του είναι πυκνές
και μπαίνουν βαθιά στο χώμα και δεν το
αφήνουν να παρασύρεται από τα νερά της
βροχής. Η έκταση αυτή χρησιμοποιείται το
καλοκαίρι για βοσκότοπους. Όλο το χειμώνα
είναι σκεπασμένη από χιόνι.
Στη
βορινή πλευρά της Οξυάς υπάρχουν αρκετά
απολιθώματα από όστρακα και κυρίως από
αχιβάδες. Αυτό δείχνει πως το βουνό Οξυά,
που είναι συνέχεια της Πίνδου, κάποτε
αναδύθηκε από τη θάλασσα. Η υψηλότερη και
επιβλητικότερη κορυφή της Οξυάς είναι η
Σαράντινα.
Το
έτος 1927 η Μικρή Παλούκοβα με απόφαση του
Υπουργείου Εσωτερικών πήρε το όνομα Λεύκα.
Για την αλλαγή του ονόματος οι κάτοικοι
είχαν το δικαίωμα να προτείνουν τρία
ονόματα.
Το
κοινοτικό συμβούλιο μεταξύ των άλλων
ονομάτων πρότεινε και το όνομα Λεύκα επειδή
ένας μαχαλάς στην Ν. Α. άκρη του χωριού
λεγόταν Λεύκα. Στο μαχαλά υπήρχε μία βρύση
και κοντά στη βρύση ήταν μια τετράψηλη
λεύκα.
Η
Μικρή Παλούκοβα το
έτος 1850 περίπου έπαθε καθίζηση, και όλο το
χωριό βούλιαξε από τις πλημμύρες του
χειμώνα. Σπίτια που δεν έπεσαν και έμειναν
όρθια ήταν του Τσιριμωκοβαγγελάκη, του
Μπαλαφούτη και ίσως δύο τρία ακόμη. Τότε
μερικές οικογένειες εγκαταστάθηκαν και
έχτισαν σπίτια στην τοποθεσία Σταυρός, εκεί
που σήμερα είναι το ξωκλήσι ο ’γιος
Κωνσταντίνος. Αυτοί αργότερα ξαναγύρισαν
στην σημερινή τοποθεσία του χωριού.
Εκείνο που μπορεί να θεωρηθεί σαν περισσότερο θετικό είναι, ότι κάποτε ελάχιστες οικογένειες έφυγαν από τη Μεγάλη Παλούκοβα και εγκαταστάθηκαν εκεί που είναι σήμερα η Μικρή Παλούκοβα προκειμένου να βολέψουν στη βοσκή καλλίτερα τα κοπάδια τους. Όταν δε πλήθυναν και αυτοί, μοίρασαν την περιφέρεια στις δύο κοινότητες-χωριά. Τέτοιο έγγραφο με τα όρια της διανομής πήραν από κάποιο Τούρκο αγά. Το έγγραφο αυτό το είχε ο Κωσταντέλος Μπαλαφούτης από την Μικρή Παλούκοβα. Συχνά οι κάτοικοι των δύο χωριών έρχονταν σε προστριβές για την οριοθέτηση των βοσκοτόπων και κυρίως γιά μια έκταση που είναι πάνω από την τοποθεσία Κουμάσια, στις πλαγιές της Οξυάς.
ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ
Αρχαιολογικά
ευρήματα δεν υπάρχουν, ούτε έγιναν ποτέ
σχετικές έρευνες. Σε μια τοποθεσία όπως
πηγαίνει ο δρόμος προς τη Γραμμένη Οξυά και
λίγο χαμηλότερα προς το ποτάμι Φείδαρι
υπάρχει μια τοποθεσία που λέγεται
Παλιαχυρώνες. Εκεί υπάρχουν απομεινάρια
από κεραμίδια. Η κεραμική τέχνη ήταν γνωστή
από τα αρχαία χρόνια στην Ελλάδα. Οι πρώτοι
κάτοικοι της περιοχής χρησιμοποιούσαν
πλάκες για να σκεπάσουν τα σπίτια τους.
Τέτοιες
τοποθεσίες με την ονομασία Παλιαχυρώνες
υπάρχουν στη Γραμμένη Οξυά και στην Κυδωνιά.
Ίσως στις τοποθεσίες αυτές να υπήρχαν
παλιοί οικισμοί οι οποίοι καταστράφηκαν
για διάφορους λόγους.
ΓΕΝΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΩΝ
Μια
από τις πρώτες οικογένειες της Παλούκοβας
ήταν η οικογένεια του Τσιριμώκου. Ένας από
την οικογένεια του Τσιριμώκου είχε τρεις
γιους. Ο πρώτος από τους γιους του κράτησε
το όνομα Τσιριμώκος, ο δεύτερος πήρε το
όνομα Χαλαζιάς και ο τρίτος το όνομα Τσόλος.
Τα επώνυμα και των τριών αυτών οικογενειών
κατάγονται από τον ίδιο πρόγονο. Το ότι ο
Τσιριμώκος ήταν από τους πρώτους οικιστές
του χωριού φαίνεται από το γεγονός πως ο
ίδιος και οι απόγονοι αυτών των οικογενειών
είχαν τα περισσότερα και τα καλλίτερα
χωράφια, κήπους και γιούρτια μέσα στο χωριό.
Ο Αποστολάκης, που οι απόγονοί του
ονομάσθηκαν Αποστολακόπουλοι είχε όλη την
έκταση δική του στις Λογγές, περιοχή που
βρίσκεται εκεί που σμίγουν τα δύο
Παλκοβίτικα ποτάμια.
’λλα ονόματα οικογενειών του χωριού είναι Μπαλαφούτης, Καρανίκας, Κούστας, Βλαχογιάννης, Μπουμπούλας, Ντρέλιας, Αποστολόπουλος, Παναγιώτου, Κατσιγιάννης, Λινάρδος, Γκόλιας κ.α.
Ο
Ράφτης ήρθε από την Κοζίτσα και ασκούσε το
επάγγελμα του ράφτη.
Ο Σμάνης είχε έρθει από την Αβόρανη. Υπήρχαν και άλλοι οι οποίοι είτε έφυγαν από το χωριό όπως ο Κολοκύθας που εγκαταστάθηκε στη Σπερχειάδα η ο Σαρής οι οποίοι δεν άφησαν αρσενικούς απογόνους.
Οι
περισσότεροι κάτοικοι της Παλούκοβας ήταν
κτηνοτρόφοι βοσκοί. Το έτος 1930 διατηρούσαν
6.000 γιδοπρόβατα. Το χειμώνα για να
ξεχειμάσουν τα κατέβαζαν στο Μεσολόγγι και
τη Ναύπακτο. Το καλοκαίρι τα ανέβαζαν στο
χωριό και βοσκούσαν στην κοινοτική
περιφέρεια. Ασχολούνταν οι κάτοικοι και με
τη γεωργία. Καλλιεργούσαν λίγα αμπέλια,
είχαν αρκετούς κήπους μέσα στο χωριό και
έξω λιγοστά χωράφια με τριφύλλι. Έσπερναν
και λίγα δημητριακά. Έσπερναν καλαμπόκι,
σιτάρι, βρίζα, και ελάχιστα όσπρια. Έσπερναν
χωράφια που βρίσκονταν σε υψόμετρο 1500 μέτρα
ίσως και περισσότερο, όπως τα χωράφια που
ήταν στις τοποθεσίες Μισοβούνι, Κρανούλες,
Φλουδόλακα, κ.α.
Τα
περισσότερα χωράφια ήταν ξερικά γιατί το
χωριό δεν έχει πολλά νερά. Μέσα στο χωριό
υπάρχουν τρεις βρύσες με λίγο αλλά
κρυσταλλένιο και δροσερό νερό.
Τώρα
όλοι σχεδόν οι κάτοικοι της Παλούκοβας
Λεύκας έχουν εγκατασταθεί στον Έπαχτο και
στο Μεσολόγγι. Στην τοποθεσία Μεσόκαμπος,
έξω από το Μεσολόγγι έχουν συγκεντρωθεί οι
περισσότεροι κάτοικοι του χωριού μόνιμα,
εκεί δε έχουν μεταφέρει το σχολείο τους και
την έδρα της κοινότητας. Το καλοκαίρι
πηγαίνουν στο χωριό μερικοί κάτοικοι και
λίγοι βοσκοί με τα κοπάδια τους.
Η
Παλούκοβα, εκτός από την εκκλησία της ’γίας
Παρασκευής που βρίσκεται στο κέντρο του
χωριού και είναι ο καθεδρικός ναός της, έχει
πολλά ξωκλήσια. Τον ’η Γιώργη, τον ’γιο
Κωνσταντίνο, τον ’η Θανάση, τον ’η Δημήτρη,
και τον ’η Λιά πάνω στην ομάλια που σώζονται
τα ερείπιά του. Εκεί τα παλιά χρόνια και
μέχρι το 1915 οι κάτοικοι του χωριού έκαναν
λειτουργία και πανηγύρι την ημέρα της
γιορτής. Πρωί πρωί άρχιζε η λειτουργία, οι
νοικοκυρές από το χωριό έφερναν φαγητά και
κρασί, οι τσοπάνηδες γιαούρτι και χλωρό
τυρί και έψηναν αρκετά σφαχτά. Μετά τη
λειτουργία άρχιζε το φαγοπότι, τα τραγούδια
της τάβλας και μετά ο χορός που διαρκούσε
μέχρι την ώρα που θα έβγαιναν από τους
στάλους τα πρόβατα. Τότε διαλυόταν το
γλέντι, οι νοικοκυρές και οι άλλοι χωριανοί
ροβολούσαν για το χωριό και οι βοσκοί για τα
πρόβατά τους.
Η
μεγαλύτερη γιορτή του χωριού ήταν και είναι
το τριήμερο πανηγύρι στις 26 Ιουλίου στην
γιορτή της ’γίας Παρασκευής.